Σα βγεις στον γυρισμό απ’ την Ιθάκη

fb3

Σα βγεις στον γυρισμό απ’ την Ιθάκη
να εύχεσαι νάναι βραχύς ο δρόμος
που πάλι κοντά της θα σε φέρει.
Το Λαζαρέτο, τις Αφάλες, το Βαθύ,
τα ουρανοθρεμμένα Περναράκια πάντα θα θυμάσαι,
τέτοια ομορφιά στο διάβα σου δύσκολα θα βρεις,
τέτοια βλέμματος συγκίνηση, τέτοια γαλήνη εκλεκτή
που το σώμα και το πνεύμα σου ν’ αγγίζει.
Το Λαζαρέτο, τις Αφάλες, το Βαθύ,
τα αιθέρια Περναράκια εντός σου θα τα συναντήσεις,
μέσα στη μνήμη σου πια τα κουβανείς,
η θύμηση εμπρός σου θα τα στήνει.

Να εύχεσαι νάναι βραχύς ο δρόμος.
Λιγοστά τα χειμερινά πρωιά να είναι
που θα σε κρατήσουν μακριά της·
με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
στου Πισαετού να φτάνεις πάλι το λιμάνι·
στα Μηνύματα, στον σμαραγδένιο Σχίνο να βουτάς
στο Γιδάκι περιπατώντας να πηγαίνεις,
με Άλμπατρος και Μάνα Κορίνα να γυρνάς.
Στα θιακιώτικα σοκάκια, ρόπτρα κάθε λογής να κυνηγάς
−όσο μπορείς πιο παλαιά
να βάνεις μες στου φακού σου την απόχη−
και μέντορες να σου δείχνουν το σπίτι του Μαβίλη·
στον Μύλο και στο κατώι του Λάλα να πας, να ξαναπάς
να μάθεις βαλς απ’ αυτούς που καθιστοί χορεύουν.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Γι’ αυτό, στο ταξείδι διόλου μη χρονοτριβείς.
Καλλίτερα λίγες στιγμές να διαρκέσει·
καλλίτερα να συσταλεί ο χρόνος
και ομήλικός σου να φτάσεις στο νησί,
πλουτίζοντας με όσα έχει να σου χαρίσει η Ιθάκη,
παρά με όσα τάζει του πηγαιμού ο δρόμος.

Η Ιθάκη είναι ο προορισμός.
Χωρίς αυτήν, θα είχες αστοχήσει.
Κι αν πτωχική τη βρεις, κι αν δεν μπορείς να δεις
της ομορφιάς της τη λαγνεία
να πας να κοιταχτείς, θα σου ’χει ανέβει η μυωπία.

Συνέχεια

αυγουστιάτικη επίσκεψη στην Άλμπα του Θ. Τσαλαπάτη

chess

Δευτέρα 3 Αυγούστου

Άλμπατρος, τι νόστιμη λέξη. Κι αφράτη! Τα άλμπατρος λένε φωλιάζουν σε μοναχικά ωκεάνια νησιά. Αν και πουλιά, γνωρίζουνε πολύ καλά πως ο τόπος τους πριν γίνει τόπος ήταν δάκρυ. Άλλωστε τις νύχτες, τις γυμνές από φεγγάρι, φοράνε κυάλια και αρειμανίως διαβάζουν Επαμεινώνδα Γονατά.

Συνέχεια

Η μπάντα, Γιώργος Μαρκόπουλος

Μια μπάντα πήγαινε σε επαρχιακό παραλιακό δρόμο.
Έπαιζε εμβατήρια. Ένα παιδάκι δεκατέσσερω χρονώ
με φαρδύ καπέλο και παλιά ρούχα της μουσικής
που έπαιζε τρομπόνι, δεν είδε τη στροφή του δρόμου.
Έτσι η μπάντα έστριψε, και το παιδάκι βάδισε μόνο του ευθεία.
Με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο.

μη με λησμόνει

mimelismonei

                                        Κι ίσως ό,τι μένει να’ναι στην άκρη του δρόμου μας ένα μικρό μη                                         με λησμόνει.     

                                        Τ. Λειβαδίτης

Απόταν ανακοινώθηκε ότι το τέλος του κόσμου πλησιάζει, οι άνθρωποι άρχισαν να ξοδεύουν κάθε στιγμή σαν να ’ταν τελευταία. Μοιράζονταν περισσότερο, σφιχταγκαλιάζονταν περισσότερο, αγαπιούνταν περισσότερο. Ο κύριος Αλύπιος όμως δεν άλλαξε διόλου τη ρουτίνα του. Εξακολουθούσε να ξυπνά πρωί πρωί, να νίβεται με χλιαρό νερό, να χτενίζει τα λιγοστά μαλλιά του με μια γέρικη ξεδοντιάρα χτένα, να φοράει τα ρούχα που έχει ετοιμάσει από το προηγούμενο βράδυ, να πίνει έναν βαρύ ελληνικό βουτώντας πού και πού ένα παξιμάδι, να βγαίνει στην αυλή και να ξεχνιέται με τις ώρες στον μπαξέ του. Εξακολουθούσε να ποτίζει λουλούδια, να κλαδεύει δέντρα, να σκαλίζει  παρτέρια, να μαζεύει πεσμένα φύλλα, να ξεριζώνει, να καθαρίζει. Εξακολουθούσε να παίρνει έναν μεγεθυντικό φακό και να ελέγχει τους κορμούς για τυχόν ασθένειες κι, ύστερα, να παίρνει μια μεζούρα, να μετράει το ύψος των βλαστών και να χαράζει μ’ ένα μολύβι αριθμούς στα λεκιασμένα φύλλα ενός μικρού σημειωματάριου. Κι όταν τέλειωνε τους υπολογισμούς, εξακολουθούσε να σφηνώνει το μολύβι στο δεξί αυτί και ν’ αποσύρεται στην κουνιστή του πολυθρόνα. Κι όταν ένιωθε την κούραση να τον καταβάλει, ακινητοποιούσε το όχημά του ώσπου τα βλέφαρα να ρίξουν αυλαία.

Συνέχεια

Ωδή στην Τεντούρα

Τεντούρα εσύ ηδύποτο των Πατρών
εξαίσιο λικέρ χωνευτικόν
πίνεσαι οιαδήποτε ώρα
μετά από σουβλάκι ή πάστα φλώρα

Τεντούρα μοσχοβολήθρα εσύ
ευφραίνον ηδύποτο κι απεριτίφ
ω, τη μαυράραχνη ψυχή
πώς φωτίζεις ωσάν πορτατίφ

Τεντούρα μαύρη μαστούρα
των έσω νότα και παρτιρτούρα
Τεντούρα μαύρη μαστούρα
πόσο απέχει το σουραύλι απ’ τη σούρα;

Τεντούρα, ω λάγνα πατρινιά
από ρούμι, γαρίφαλο και κανέλ
-α, συ γλυκιά παρηγοριά
για όταν ξεμένεις νύχτα στα κτελ

tentoura